Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Τα «λαμόγια» και ο Αριστοφάνης

Λένε πως οι ποιητές προηγούνται της εποχής τους και προβλέπουν πράγματα τα οποία οι άλλοι δεν μπορούν ούτε να τα φανταστούν. Σήμερα που η οικονομική δυσπραγία μαστίζει τους λαούς και η χρεοκοπία σαν μεταδοτική νόσος μεταδίδεται γρήγορα από το ένα κράτος στο άλλο και προκαλεί ανεργία, πείνα και κοινωνική αναστάτωση, ακούγονται κάποιες φωνές διαμαρτυρίας, οι οποίες προτείνουν λύσεις διεξόδου από το αδιέξοδο.
Ακούγονται χαρακτηρισμοί πρωτόγνωροι, όπως “λαμόγια”, “λαμογιά” για ανθρώπους που τους θεωρούν ως μία από τις αιτίες της οικονομικής τους δυσπραγίας.
Ο Αριστοφάνης, που ζει κι αυτός στην Αθήνα μια παραπλήσια οικονομική κατάσταση, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για σπατάλη του δημόσιου πλούτου, για ατασθαλίες, για μίζες και τα παρόμοια. Και όλα αυτά τα αποδίδει σε άρχοντες και ανθρώπους όμοιους με τα δικά μας λαμόγια, δηλαδή αθρώπους που αδιαφορούν για το κοινό καλό και ευλογούν, όπως λέει και ο λαός,  μόνο τα γένια τους.
Ο Αριστοφάνης εχθρός του πολέμου και των ανθρώπων αυτών που συνεχίζουν τον πόλεμο, για να πλουτίζουν αθέμιτα, την ώρα που πολλοί συμπολίτες τους υποφέρουν αποκλεισμένοι στην πόλη τους εξαιτίας του Πελοποννησιακού πολέμου, θέλει να αντιδράσει δυναμικά και να εκθέσει στα μάτια του κοινού αυτά τα πρόσωπα, να τα πολεμήσει. Το μόνο αποτελεσματικό του όπλο είναι η κωμωδία. Διαπιστώνει με λύπη του πως ακόμα και μια μερίδα δικαστών πάσχει από αυτή την ασθένεια, όταν ακούει τους ίδιους να ομολογούν ότι ανήκουν στην άρχουσα τάξη και έχουν την εξουσία οι ίδιοι στα χέρια τους και ότι αμείβονται καλύτερα από όλους τους υπαλλήλους για τις υπηρεσίες που προσφέρουν.
Ο ποιητής, που είναι αντίθετος μ’ αυτή τους την αντίληψη και πίστη, θέλει να τους αποδείξει το μεγάλο λάθος τους, ώστε να τους ανοίξει τα μάτια και να δουν την αλήθεια κατάματα. Γι’ αυτό το σκοπό το 422 π.Χ. ανεβάζει στη σκηνή την κωμωδία του Σφήκες, όπου χλευάζει τη φιλοδικία των συμπολιτών του και την κατάντια των δικαστηρίων της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα  προτείνει ένα τρόπο μείωσης της φτώχειας στην Αθήνα. Πρωτάκουστα για την εποχή του πράγματα, γιατί τονίζει στους συμπολίτες του πως, αν κάθε μια πόλη της Αθηναϊκής συμμαχίας, η οποία πληρώνει φόρους στην Αθήνα, επιφορτισθεί να συντηρεί είκοσι φτωχούς Αθηναίους πολίτες, τότε είκοσι χιλιάδες πολίτες θα ζουν με κάθε άνεση. Η ιδέα του ξενίζει πολλούς, γιατί τη θεωρούν καθαρά ουτοπική και γι’ αυτό ούτε καν τη συζητούν μεταξύ τους οι πολίτες. Την απορρίπτουν και τα δύο μέρη, η φιλοπόλεμη μερίδα, γιατί δεν ενισχύει τα συμφέροντά της αλλά και η μερίδα των φίλων της ειρήνης, γιατί τη βρίσκει πολύ προωθημένη.
Ο ποιητής όμως έχει και μια εναλλακτική πρόταση, όπως θα λέγαμε σήμερα. Φέρει στο προσκήνιο το θέμα της οικονομίας και τονίζει πως κι εδώ τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, αφού ο δημόσιος πλούτος διασπαθίζεται αλόγιστα από τους άρχοντες και από ανθρώπους που είναι πάντα στα πράγματα και ξέρουν να ελίσσονται και να ευδοκιμούν, χωρίς να το αξίζουν. Αν ήταν και μιλούσε σήμερα γι’ αυτούς τους ανθρώπους ασφαλώς και θα χρησιμοποιούσε τη λέξη λαμόγια, αφού εκείνοι της εποχής του και οι σημερινοί δε διαφέρουν καθόλου μεταξύ τους.. Ζουν πλουσιοπάροχα αυτοί και οι οικεγένειές τους και ο εργαζόμενος λαός δυστυχεί.
Στην κωμωδία αυτή επάνω στη σκηνή αντιμάχονται δύο πρόσωπα:ο Φιλοκλέων και ο Βδελυκλέων.
Ο πρώτος είναι δικαστής, φίλος του δημαγωγού Κλέωνα και πατέρας του Βδελυκλέωνα, δηλαδή εχθρού του Κλέωνα.
Ο Βδελυκλέων, που βλέπει την άθλια κατάσταση που επικρατεί στην πόλη του και την «αρρώστια» του δικαστή πατέρα του, που θέλει να δικάζει, για να παίρνει τους τρεις οβολούς την ημέρα για τη συμμετοχή στη δίκη και να επαίρεται ότι οι δικαστές είναι οι καλύτερα αμειβόμενοι υπάλληλοι, θέλοντας να τον συνετίσει, του λέει πως πλανάται, αν νομίζει πως αμείβεται ικανοποιητικά ο δικαστής με τους τρεις οβολούς που παίρνει από τη συμμετοχή του στη δίκη την ημέρα. Και, για να κάνει χειροπιαστή την άποψή του, λέει στον πατέρα του, ότι το κράτος από τα 2000 τάλαντα των εσόδων του κάθε χρόνο  δίνει στους δικαστές μόνο 150 τάλαντα ως μισθό το χρόνο. Τα υπόλοιπα τα καρπούνται οι επιτήδειοι!
ΒΔΕΛ. Άκουσέ με λοιπόν, πατερούλη,….
πόσους φόρους μας στέλνουν στο σύνολο εδώ
απ’ τις σύμμαχες πόλεις το χρόνο,
μα και χώρια απ’ τους φόρους λογάριασε εσύ
πόσες εκατοντάδες μαζεύει
από δάνεια, παράβολα, τέλη αγορών,
λιμανιών, νοίκια, κι όσα δημεύει.
Σούμα ετούτα αν τα κάμεις μας κάνουν κοντά
κάπου τάλαντα έως δύο χιλιάδες.
Βγάλε τώρα από τούτα και δίνε μισθούς
κάθε χρόνο για τους δικαστάδες,
οπού φτάνουν στους έξι χιλιάδες, ποτέ
πιο πολλούς δεν τους είχαμε, παίρνουν
εκατό και πενήντα μισθό τους αυτοί
τάλαντα, κάπου τόσα μας βγαίνουν.
ΦΙΛ. Ώστε μήτ’ ένα δέκατο παίρνουμε εμείς
για μισθό από όσα σοδεύουν.
Μα τότε λοιπόν
Τ’ άλλα τα χρήματα πού τα ξοδεύουν;
ΒΔΕΛ. Μα σ’ κείνους που ξέρεις και λεν:» το λαό
της Αθήνας δε θα προδώσω,
και για κείνον εγώ πάντοτε θ’ αγωνιστώ..»
γελασμένος τους δίνεις την ψήφο σου εσύ
και στο σβέρκο σου επάνω καθίζουν
……
Μα δεν είναι μεγάλη σκλαβιά που όλοι αυτοί
τις μεγάλες τις θέσεις κρατούνε
με τους μπράβους τους, κι όλοι τους παίρνουν μισθούς;
Και σένα, αν σου δώσουν τρεις μονάχα οβολούς
θέλουν έτσι φτωχό να σ’ αφήνουν.
Το γιατί; Θα στο πω, να το ξέρεις.
Γιατί , αν ήθελαν αυτοί να περνάει ο λαός
τη ζωή του καλά, το μπορούνε.
Χίλιες σύμμαχες πόλεις υπάρχουν, που εδώ
φόρο τώρα σ’ εμάς κουβαλούνε.
Αν πρόσταζε ένας άρχοντας η κάθε μια
πολιτεία να τρέφει είκοσι άντρες,
τότε έτσι θα ζούσαν είκοσι χιλιάδες πολίτες.
Οι αλήθειες αυτές ακουγονται στη σκηνή. Τις ακούει ο Δικαστής και αντιλαμβάνεται την κοροϊδία σε βάρος του και την απάτη, το ίδιο και το κοινό που λαχταρά να ακούσει αλήθειες, έστω και με τον τρόπο που τις προβάλλει μια κωμωδία, γιατί θέλει να πιστεύει πως κάποτε οι άνθρωποι θα αλλάξουν και θα αξιωθούν να δουν μια καλύτερη μέρα. Μήπως τα ίδια δεν εξακολουθούν να συμβαίνουν, δυστυχώς, και σήμερα; Τι άλλαξε; Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημά μας.
Ο Αριστοφάνης το παρατήρησε και το σχολίασε με το δικό του τρόπο. Κι όμως το πρόβλημα παραμένει. Ο ποιητής μένει πάντα επίκαιρος και αληθινός. Είναι σαν να φωνάζει δυνατά ότι είναι ντροπή για ένα λαό φιλότιμο και εργατικό, με λαμπρή ιστορία και πολιτισμό, όπως οι Έλληνες, να δέχεται να τον ξεγελούν και να τον εκμεταλλεύονται κάτι λαμόγια, που γνωρίζουν να ελίσσονται και να ευδοκιμούν, χωρίς να το αξίζουν.
Μήπως η υπόσχεση για καλύτερες μέρες, που πάντοτε οι επιτήδειοι υπόσχονται, δεν είναι μια ωραία φαντασίωση και τίποτε παραπάνω; Αν αποδεχτούμε την άποψη αυτή και εφησυχάζουμε, δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να διατηρούμε μια αφόρητη κατάσταση, που μας εκθέτει. Τίποτα δε λύνεται με την αδράνεια, την αδιαφορία και την ηττοπάθεια. Η καταπολέμηση της αδικίας και της σπατάλης είναι υποχρέωση του κάθε πολίτη. Δεν  ανατρέπεται μια τέτοια οδυνηρή και επικίνδυνη κατάσταση με εφησυχασμό αλλά με αγώνα σκληρό, με συνεχή προσπάθεια και ακράδαντη πίστη πως στο τέλος η πλάστιγγα της νίκης θα γείρει προς το μέρος αυτού που αγωνίζεται. Αυτό είναι με άλλα λόγια το κήρυγμα του Αριστοφάνη.
Πόσοι  όμως το ενστερνίστηκαν; Ασφαλώς όσοι ενστερνίστηκαν από τους Έλληνες το σημερινό κήρυγμα. Τώρα που το κακό παραέγινε τα κλάματα περιττεύουν. Το μόνο που θα σώσει τους λαούς που κινδυνεύουν από πτώχευση και από τα παντός είδους λαμόγια και λαμογιές, το μόνο που αφήνει μιαν ελπίδα είναι να ξυπνήσουν και να αντιδράσουν με ψυχραιμία και σύμπνοια εναντίον αυτών που βλέπουν τους ανθρώπους ως αριθμούς και εργαλεία για το δικό τους πλουτισμό.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου